ματαίωση


ματαίωση
[матэоси] ουσ. Θ. расстройство, срыв планов,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ματαίωση" в других словарях:

  • ματαίωση — η (Α ματαίωσις, εως) [ματαιώνω] νεοελλ. η μη πραγματοποίηση, η μη εκτέλεση ενός έργου ή μιας ενέργειας η οποία έχει προγραμματιστεί («η ματαίωση τής εκδρομής λύπησε πολλούς») αρχ. ματαιότητα («ματαίωσιν τὴν ὑψηλοφροσύνην φησί», Αθανάσ.) …   Dictionary of Greek

  • ματαίωση — η η μη πραγματοποίηση κάποιου γεγονότος: Η ματαίωση του αγώνα έγινε εξαιτίας της κακοκαιρίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ματαιώσῃ — ματαιάζω fut part act fem dat sg (attic epic ionic) ματαιόω bring to naught aor subj mid 2nd sg ματαιόω bring to naught aor subj act 3rd sg ματαιόω bring to naught fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπόθαλψη — η, Ν 1. παροχή βοήθειας ή κρησφύγετου σε δράση εγκλήματος, κρυφή συντήρηση ατόμου που διώκεται ποινικά 2. μτφ. έντεχνη και κρυφή διατήρηση, διέγερση ή έξαψη πάθους 3. φρ. «υπόθαλψη εγκληματία» (ποιν. δίκ.) συνειδητή και εκούσια ματαίωση τής… …   Dictionary of Greek

  • αιφνιδιασμός — Στην πολεμική τέχνη α. ονομάζεται η πολεμική ενέργεια που προετοιμάζεται με άκρα μυστικότητα και εκτελείται με μεγάλη ταχύτητα με σκοπό να ανατρέψει τον συσχετισμό δυνάμεων των αντιπάλων, καταλαμβάνοντας απροετοίμαστο –για μια τέτοια ενέργεια–… …   Dictionary of Greek

  • ανάκληση — Νέα πρόσκληση κάποιου· επαναφορά ενός προσώπου στη θέση του. Στη θεατρική ορολογία, α. λέγεται το έντονο χειροκρότημα των θεατών στο τέλος θεατρικής παράστασης, που καλεί στην επανεμφάνιση πάνω στη σκηνή ενός ηθοποιού ή του θιάσου ή του συγγραφέα …   Dictionary of Greek

  • αναποδογύρισμα — το 1. ανατροπή, αντιστροφή 2. ακαταστασία, αταξία 3. καταστροφή 4. ματαίωση 5. διαφοροποίηση …   Dictionary of Greek

  • αποκλεισμός — Όρος του διεθνούς δικαίου. Διακρίνεται σε ειρηνικό και πολεμικό α. Ο ειρηνικός συνίσταται στην παρεμπόδιση των πλοίων να προσεγγίσουν στα λιμάνια του κράτους στο οποίο επιβάλλεται, με σκοπό τη ματαίωση των εμπορικών του συναλλαγών, ώστε να… …   Dictionary of Greek

  • αρραβώνας — (Νομ.).Είδος παρεπόμενης συμφωνίας που αποβλέπει να ενισχύσει και να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της κύριας ενοχικής σχέσης. Η συμφωνία αυτή καταρτίζεται με την παράδοση ενός αντικειμένου (χρηματικού ποσού ή πράγματος που ενέχει οικονομική αξία),… …   Dictionary of Greek

  • γραφειοκρατία — Όρος που εκφράζει τη διεκπεραίωση των διοικητικών υποθέσεων από γραφεία ή τμήματα των δημόσιων υπηρεσιών από ένα ιεραρχικά οργανωμένο σύνολο ατόμων που ασκούν αυτή τη λειτουργία ως επάγγελμα. Η λέξη αποτελεί την απόδοση στην ελληνική γλώσσα του… …   Dictionary of Greek